Η εικόνα αρχίζει πλέον να ξεκαθαρίζει. Οι δημοσκοπήσεις δεν καταγράφουν απλώς κυβερνητική φθορά. Καταγράφουν κατάρρευση εμπιστοσύνης. Καταγράφουν κρίση καθεστώτος. Καταγράφουν το τέλος ενός πολιτικού μοντέλου που κυβέρνησε με αλαζονεία, συγκάλυψη, επικοινωνιακά τεχνάσματα και βαθιά περιφρόνηση προς την κοινωνία.
Η τελευταία δημοσκόπηση της ALCO λειτούργησε σαν καθρέφτης. Και ο καθρέφτης αυτός έδειξε κάτι που το Μέγαρο Μαξίμου προσπαθεί απεγνωσμένα να κρύψει: το σύστημα Μητσοτάκη μπαίνει σε φάση αποσύνθεσης.
Η Νέα Δημοκρατία πέφτει στο 23,5%. Όχι απλώς χαμηλά. Συμβολικά χαμηλά. Κάτω από το ψυχολογικό όριο της κυριαρχίας. Και ακόμη πιο καταδικαστικό για το κυβερνητικό στρατόπεδο είναι το ποιοτικό στοιχείο της έρευνας: το 76% των πολιτών δηλώνει «λίγο» ή «καθόλου» ικανοποιημένο από το κυβερνητικό έργο.
Δεν πρόκειται για πρόσκαιρη δυσαρέσκεια. Πρόκειται για δομική κρίση νομιμοποίησης.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν καταστρέφεται πολιτικά από την αντιπολίτευση. Καταστρέφεται από το ίδιο το καθεστώς που οικοδόμησε.
Τον κατέστρεψε η αλαζονεία της εξουσίας.
Τον κατέστρεψε η διαπλοκή.
Τον κατέστρεψε η φιλοχρηματία.
Τον κατέστρεψε η αίσθηση ατιμωρησίας.
Τον κατέστρεψε η νομή του κράτους.
Τον κατέστρεψε η μετατροπή της παράταξης σε προσωπικό μηχανισμό.
Τον κατέστρεψε το επιτελικό παρακράτος που λειτουργούσε ως κλειστό κύκλωμα εξουσίας.
Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι αλλού
Η κοινωνία δεν αναζητά πλέον απλώς εναλλαγή κομμάτων. Αναζητά αποκατάσταση εμπιστοσύνης.
Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται το φαινόμενο Καρυστιανού.
Η Μαρία Καρυστιανού δεν ανεβαίνει επειδή η κοινωνία έγινε ξαφνικά αριστερή ή αντισυστημική. Ανεβαίνει γιατί εκπέμπει κάτι που λείπει δραματικά από το σημερινό πολιτικό σύστημα: καθαρότητα.
Το δυνατό σημείο του κόμματός της δεν είναι οι μηχανισμοί. Δεν είναι τα λεφτά. Δεν είναι τα κανάλια. Είναι η εικόνα εντιμότητας και το αίτημα για κάθαρση.
Αυτό τρομάζει το σύστημα περισσότερο από όλα.Η κοινωνία βλέπει μια γυναίκα που γεννήθηκε πολιτικά μέσα από τον πόνο και όχι μέσα από κομματικά θερμοκήπια. Μια γυναίκα που δεν κουβαλά ακόμη τη φθορά των επαγγελματιών της πολιτικής. Και γι’ αυτό η επίθεση εναντίον της είναι τόσο λυσσαλέα.
Δεν πολεμούν απλώς ένα νέο κόμμα.
Πολεμούν την πιθανότητα να ξυπνήσει ξανά η κοινωνία.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πολιτικό δράμα του καθεστώτος.
Διότι απέναντι στον Μητσοτάκη δεν βρίσκεται μόνο η Καρυστιανού. Βρίσκεται και η πιθανότητα επανεμφάνισης ενός ισχυρού πατριωτικού πόλου γύρω από τον Αντώνη Σαμαρά.
Το Μαξίμου το γνωρίζει καλά. Γι’ αυτό και στο παρασκήνιο ο πραγματικός φόβος δεν είναι ούτε ο Τσίπρας ούτε το ΠΑΣΟΚ. Είναι ο Σαμαράς.
Γιατί ο Σαμαράς απειλεί τον πυρήνα της Νέας Δημοκρατίας. Απευθύνεται στο ιστορικό, πατριωτικό και λαϊκό ακροατήριο της παράταξης. Σε εκείνους που νιώθουν ότι η Νέα Δημοκρατία μετατράπηκε από μεγάλη λαϊκή κεντροδεξιά παράταξη σε προσωποπαγές σύστημα εξουσίας.
Το άρθρο του Μανώλη Κοττάκη στην «ΕΣΤΙΑ» με τίτλο «Alea jacta est» δεν ήταν τυχαίο. Ούτε ήταν απλή δημοσιογραφική εκτίμηση. Ήταν πολιτικό μήνυμα.
Ο κύβος ερρίφθη
Και αυτό το μήνυμα έφθασε παντού.
Ο Αντώνης Σαμαράς δεν εμφανίζεται απλώς ως ένας πρώην πρωθυπουργός που διαφωνεί.
Εμφανίζεται ως ο εκφραστής μιας βαθιάς δυσαρέσκειας απέναντι στη μετάλλαξη της παράταξης και απέναντι σε μια κυβέρνηση που εγκατέλειψε την κοινωνική βάση της Δεξιάς, τις εθνικές ευαισθησίες και την έννοια της θεσμικής σοβαρότητας.
Οι παρεμβάσεις του για τα εθνικά θέματα, για την εξωτερική πολιτική, για τις υποκλοπές, για τα Τέμπη και για την ακρίβεια δεν είναι σποραδικές εκρήξεις. Είναι συγκροτημένη πολιτική διαφοροποίηση.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα του Μαξίμου:
ο Σαμαράς δεν χτυπά απ’ έξω.
Χτυπά από μέσα.
Η πιθανότητα δημιουργίας νέου πολιτικού φορέα στα δεξιά της ΝΔ προκαλεί πανικό γιατί μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης αποσύνθεσης της κυβερνητικής πλειοψηφίας.
Όταν ο Παναγόπουλος της ALCO μιλά για πιθανότητα να μείνει η ΝΔ με το ένα τρίτο της κοινοβουλευτικής της ομάδας, το μήνυμα είναι σαφές: το πολιτικό μοντέλο Μητσοτάκη μπαίνει σε ζώνη υψηλού κινδύνου.
Και γιατί συμβαίνει αυτό;
Γιατί η κοινωνία κουράστηκε από το θέατρο των «Μεσσιών».
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσπάθησε να εμφανιστεί ως τεχνοκρατικός σωτήρας. Ως αλάθητος CEO της χώρας. Ως μοναδικός διαχειριστής της σταθερότητας.
Αλλά η πραγματικότητα συνέτριψε τον μύθο.
Η ακρίβεια γονάτισε τη μεσαία τάξη.
Η στεγαστική κρίση τσάκισε τους νέους.
Τα funds άρπαξαν περιουσίες.
Οι μικρομεσαίοι ασφυκτιούν.
Η παραγωγή αποδιαρθρώνεται.
Η νεολαία φεύγει στο εξωτερικό.
Η κοινωνία γερνά και φτωχοποιείται.
Και το χειρότερο;
Η κυβέρνηση συμπεριφέρεται σαν να μην καταλαβαίνει τίποτα.
Το «επιτελικό κράτος» αποδείχθηκε ένα συγκεντρωτικό μοντέλο ελέγχου εξουσίας χωρίς κοινωνική ψυχή.
Ένα μοντέλο που αντιμετώπισε τους υπουργούς σαν υπαλλήλους, τη Βουλή σαν διακοσμητικό θεσμό και την κοινωνία σαν κοινό τηλεοπτικής καμπάνιας.
Όμως οι λαοί δεν ζουν με επικοινωνία.
Ζουν με Δικαιοσύνη, ασφάλεια, αξιοπρέπεια και προοπτική.
Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται η μεγάλη πολιτική και ιστορική ευθύνη της εποχής.
Η Ελλάδα δεν βρίσκεται απλώς μπροστά σε κυβερνητική αλλαγή. Βρίσκεται μπροστά σε ιστορική μετάβαση.
Η Μεταπολίτευση τελείωσε
Η αυλαία έπεσε.
Αλλά η Πατρίδα παραμένει υπό κατοχή της νταβατζιδοκρατίας και του διεφθαρμένου, σάπιου καθεστώτος Μητσοτάκη.
Αυτό είναι το πραγματικό δράμα.
Διότι το σύστημα εξουσίας δεν περιορίζεται σε ένα κόμμα. Είναι πλέγμα συμφερόντων. Είναι δίκτυο πολιτικής, οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος. Είναι ένα καθεστώς που έμαθε να λειτουργεί πάνω από θεσμούς και κοινωνία.
Και γι’ αυτό η σύγκρουση που έρχεται δεν θα είναι απλή εκλογική αναμέτρηση. Θα είναι σύγκρουση για το ποιος θα ελέγχει το κράτος. Για το αν η Ελλάδα θα αποκτήσει ξανά Δικαιοσύνη, θεσμούς και εθνική αξιοπρέπεια ή αν θα συνεχίσει να κυβερνάται από μηχανισμούς διαπλοκής.
Η κοινωνία του 2026 δεν ζητά απλώς αντιπολίτευση.
Ζητά νέο κοινωνικό συμβόλαιο.
Ζητά: κράτος που λειτουργεί,
Δικαιοσύνη που πείθει,
θεσμούς που δεν χειραγωγούνται,
παραγωγική ανασυγκρότηση,
στήριξη οικογένειας και νέας γενιάς,
εθνική κυριαρχία,
πολιτική ηθική.
Και αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η παραδοσιακή διάκριση Δεξιάς – Αριστεράς αρχίζει να ξεθωριάζει μέσα στην κοινωνία.
Οι πολίτες πλέον χωρίζονται αλλιώς: σε αυτούς που υπερασπίζονται το σημερινό σάπιο σύστημα
και σε αυτούς που ζητούν κάθαρση και αποκατάσταση εμπιστοσύνης.
Αυτός είναι ο νέος πολιτικός διαχωρισμός
Γι’ αυτό και η επόμενη περίοδος θα είναι εκρηκτική.
Το καθεστώς θα πολεμήσει λυσσαλέα.
Θα επιστρατεύσει λαγούς.
Θα δημιουργήσει τεχνητές αντιπαραθέσεις.
Θα επιχειρήσει να διασπάσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια.
Θα χρησιμοποιήσει φόβο, λάσπη και εκβιαστικά διλήμματα.
Αλλά υπάρχει κάτι που δεν μπορεί πια να ελέγξει:
την κοινωνική κόπωση.
Ο λαός δεν αντέχει άλλο
Δεν αντέχει άλλη αλαζονεία.
Δεν αντέχει άλλη κοροϊδία.
Δεν αντέχει άλλη συγκάλυψη.
Δεν αντέχει άλλη φτωχοποίηση.
Και γι’ αυτό η Ελλάδα μπαίνει σε νέα εποχή.
Το αν αυτή η εποχή θα οδηγήσει σε εθνική αναγέννηση ή σε ακόμη μεγαλύτερη αστάθεια, θα εξαρτηθεί από το αν θα εμφανιστούν δυνάμεις με σοβαρότητα, ήθος, σχέδιο και πατριωτική ευθύνη.
Η χώρα δεν έχει ανάγκη από άλλους επικοινωνιακούς σωτήρες.
Έχει ανάγκη από αληθινούς ηγέτες.
Ηγέτες που να πιστεύουν στην πατρίδα και όχι στις δημόσιες σχέσεις.
Ηγέτες που να μπορούν να συνεργάζονται.
Ηγέτες που να ξέρουν ότι η πολιτική είναι αποστολή και όχι επάγγελμα.
Και πάνω από όλα: η Ελλάδα έχει ανάγκη από πολίτες που θα ξαναπιστέψουν ότι η πολιτική μπορεί να υπηρετεί τον λαό και όχι τα κυκλώματα εξουσίας.
Γιατί όταν ένας λαός ξαναβρίσκει την αξιοπρέπειά του, κανένα σάπιο καθεστώς δεν μπορεί να σταθεί όρθιο για πολύ.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών